mensae
Από Βικιλεξικό
Λατινικά (la) [
]
Κλιτή μορφή ουσιαστικού [
]
mensae (la)
- mensa, στη γενική του ενικού και τη δοτική του ενικού
- mensa, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού