merci

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

merci < λατινική mercedem < merces

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /mɛʁ.si/

[] Open book 01.svg Επιφώνημα

merci  (fr)

  1. ευχαριστώ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 1

merci  (fr) αρσενικό

  1. το ευχαριστώ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 2

merci  (fr) θηλυκό

  1. το έλεος

[] Εκφράσεις

  • à la merci de: στη διάθεση κάποιου, στο έλεος κάποιου, όντας τελείως εξαρτημένος από κάποιον
  • à merci: χωρίς όρια, λέγεται αρνητικά για κάτι που μπορεί κάποιος να εκμεταλλευτεί όσο θέλει
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες