mettre en œuvre
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
Ρηματική έκφραση [
]
mettre en œuvre (fr)
- χρησιμοποιώ (διάφορα μέσα για κάποιο σκοπό)