milieu
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
milieu (fr)
Le milieu de vie : το περιβάλλον (ζωής)
Il vit au milieu de l'océan : ζεί στη μέση του ωκεανού.