militant
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
militant (en)
- μαχητής, ιδιαίτερα αντίπαλος του καθεστώτος
Επίθετο [
]
militant (en)
militant (en)
militant (en)