Από Βικιλεξικό
- ΔΦΑ : /mɪns/
mince (en)
mince (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- λεπτός
-
συνώνυμα: fin
αντώνυμα: épais
- λιγνός
-
συνώνυμα: maigre
αντώνυμα: fort, gros
- (μεταφορικά) ασήμαντος
-
συνώνυμα: insignifiant, négligeable
- (μεταφορικά) μικρός
-
συνώνυμα: petit
mince (fr)
- επιφώνημα έκπληξης (συχνά χρησιμοποιείται ευφημιστικά στη θέση του χυδαίου merde)
Συγγενικές λέξεις