mollify
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
mollify (en)
- μαλακώνω, καταπραΰνω, κάνω κάτι λιγότερο οδυνηρό
- μαλακώνω, κατευνάζω (πχ κάποιον που έχει θυμώσει)