mona
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Εσπεράντο (eo)
Ετυμολογία
Επίθετο
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | mona | monaj |
| αιτιατική | monan | monajn |
mona (eo)
- σχετικός με το χρήμα, χρηματικός
Καταλανικά (ca)
Ουσιαστικό
mona (ca)