monseigneur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

monseigneur < mon + seigneur

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
monseigneur monseigneurs

monseigneur (fr) αρσενικό

  1. τίτλος ευγενείας με τον οποίο απευθυνόμαστε σε κάποιον που ξεχωρίζει από τη θέση του ή τη γέννησή του

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]