mort

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

ενικός πληθυντικός
mort morts

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

mort  (fr) αρσενικό

Il y a eu un mort et deux blessés. Υπήρξε ένας νεκρός και δύο τραυματίες.

δείτε τη λέξη: cadavre, corps, macchabée

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

mort  (fr) θηλυκό

Mise à mort. Θανάτωση, εκτέλεση.
Mort douce. Γλυκός θάνατος.
Mort violente. Βίαιος θάνατος.

δείτε τη λέξη: trépas

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Open book 01.svg Επίθετο

mort  (fr) αρσενικό

  1. νεκρός, πεθαμένος
    Il est mort sur le champ de bataille. Σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης.

    δείτε τη λέξη: décédé, défunt

  2. σβησμένος
    Le feu est mort. Η φωτιά έσβησε.

    δείτε τη λέξη: éteint

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

και

[] Ομώνυμα



[] Flag of Romania.svg Ρουμανικά (ro)

[] Open book 01.svg Επίθετο

mort  (ro)

  1. πεθαμένος
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες