mots croisés
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
Πολυλεκτικός όρος [
]
mots croisés (fr) αρσενικό μόνο στον πληθυντικό
- το σταυρόλεξο
mots croisés (fr) αρσενικό μόνο στον πληθυντικό