mouchard
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- mouchard < mouche
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | mouchard | mouchards |
| θηλυκό | moucharde | mouchardes |
mouchard (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- (ειρωνικά) ο σπιούνος, το καρφί
- ο καταδότης, ο συκοφάντης
-
συνώνυμα: délateur, dénonciateur, rapporteur, sycophante
συνώνυμα: (οικείο) balance, cafard
-
- (μόνο στο αρσενικό) συσκευή ελέγχου και καταγραφής