moule

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : moulé

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 1

ενικός πληθυντικός
moule moules

moule  (fr) αρσενικό

  1. καλούπι
  2. στέλεχος ενός κουμπιού που επικαλύπτεται με ύφασμα
  3. τύπος, παράδειγμα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 2

ενικός πληθυντικός
moule moules

moule  (fr) θηλυκό

  1. (ζωολογία) μύδι
  2. (οικείο) άτονος, αργοκίνητος άνθρωπος
  3. (κατ' επέκταση) ανόητος, βλάκας
  4. (χυδαίο) αιδοίο, μουνί
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες