move
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
move (en)
[
]
Ρήμα
move (en)
- (μεταβατικό) κινώ, μετακινώ
- (μεταβατικό) συγκινώ
- (αμετάβατο) κινούμαι
- (αμετάβατο) μετακομίζω