mule
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
mule (en)
- (ζωολογία) το μουλάρι
Γαλλικά (fr)
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| mule | mules |
mule (fr) αρσενικό
- (ζωολογία) το μουλάρι
Εκφράσεις
- tête de mule: ξεροκέφαλος