must
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
must (en)
- μούστος
- κάτι που θεωρείται πρέπον, ενδεδειγμένο
[
]
Ρήμα
must (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
must (fr) αρσενικό άκλιτο
- (οικείο) κάτι που θεωρείται πρέπον, ενδεδειγμένο
[
]
Εσθονικά (et)
[
]
Επίθετο
must (et)