naivete

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

naivete (en)

  • η αφέλεια (ευπιστία, έλλειψη εμπειρίας, ορθής κρίσης)