napięcie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

napięcie < napiąć

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

napięcie (pl) ουδέτερο

  1. (κοινά) η ένταση
  2. (φυσική) η τάση, η διαφορά δυναμικού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]