napięcie
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Πολωνικά (pl) [
]
Ετυμολογία [
]
napięcie < napiąć
Ουσιαστικό [
]
napięcie (pl) ουδέτερο
Πίνακας περιεχομένων |
napięcie < napiąć
napięcie (pl) ουδέτερο