nappe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

nappe < λατινική mappa, πετσέτα τραπεζιού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
nappe nappes

nappe (fr) θηλυκό

  1. το τραπεζομάντηλο
  2. (γεωλογία) το στρώμα
    La nappe phréatique est profonde. - Το υδροφόρο στρώμα είναι βαθύ.
  3. η κηλίδα
    Le naufrage du pétrolier a créé une nappe de pétrole. - Το ναυάγιο του πετρελαιοφόρου δημιούργησε μία κηλίδα πετρελαίου.
  4. το καλώδιο (στους υπολογιστές)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]