neofita

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

neofita (it) αρσενικό και θηλυκό

  1. νεοφώτιστος, νεόφωτος