nomade

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
nomade nomades

nomade  (fr) αρσενικό ή θηλυκό

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /nɔ.mad/

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

nomade < λατινική nomas < νομάς

[] Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
nomade nomades

nomade  (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (γεωγραφία, ιστορία, λέγεται για πληθυσμούς) νομαδικός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: errant, mobile
  2. (ζωολογία) που αλλάζει περιοχή ανάλογα με την εποχή του χρόνου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: migrateur

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες