nomenclature
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
< λατινικό nomenclatura < nomen, όνομα , και calare, καλώ
Ουσιαστικό
nomenclature (fr) θηλυκό
- το σύνολο των όρων μιας επιστήμης ταξινομημένο με κάποια μέθοδο
- la nomenclature des plantes : οι ονομασίες των φυτών