nouveau
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πίνακας περιεχομένων
1
Γαλλικά (fr)
1.1
Προφορά
1.2
Επίθετο
1.2.1
Σημειώσεις
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
ΔΦΑ
: /
nu.vo
/
[
]
Επίθετο
ενικός
ενικός
πληθυντικός
αρσενικό
nouveau
nouveaux
θηλυκό
nouvelle
nouvelles
nouveau
(fr)
και
nouvel
(
θηλυκό
:
nouvelle
)
νέος
, που εμφανίζεται για πρώτη
φορά
[
]
Σημειώσεις
nouveau
χρησιμοποιείται πριν ένα σύμφωνο,
nouvel
πριν ένα φωνήεν:
un
nouveau
cartable
un
nouvel
avion
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
Επίθετα (γαλλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Česky
Deutsch
English
Español
Eesti
Suomi
Français
Galego
Hrvatski
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
한국어
Kurdî
Limburgs
Lietuvių
Malagasy
Nederlands
Norsk (bokmål)
Polski
Português
Română
Русский
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
Türkçe
Tiếng Việt
中文