nouveau-né
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | nouveau-né | nouveau-nés |
| θηλυκό | nouveau-née | nouveau-nées |
nouveau-né (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| nouveau-né | nouveau-nés |
nouveau-né (fr) αρσενικό
- το νεογέννητο