off
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίρρημα
off (en)
- μακριά
- εκτός λειτουργίας
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- off < αγγλική
[
]
Επίθετο
off (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο
- (στη ραδιοφωνία ή την τηλεόραση) κρυφός, που δεν ακούγεται ή λέγεται δημόσια
- λέγεται για κάτι που ακούγεται χωρίς να φαίνεται αυτός που το λέει