ograniczony

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ograniczony < graniczyć

Open book 01.svg Μετοχή[]

ograniczony (pl)

  1. φραγμένος, περιορισμένος
  2. (μαθηματικά) φραγμένος
    funkcje stałe są ograniczone z góry i z dołu - οι σταθερές συναρτήσεις είναι άνω και κάτω φραγμένες