old
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
Επίθετο
old (en)
- παλιός
- an old car
- μεγάλης ηλικίας
- an old man
- μιας καθορισμέννης ηλικίας
- how 'old are you? I am forty years old
- παλιός, προηγούμενος
- I gave to my son my old computer
- παλιός, ξεπερασμένος