orange
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
orange (en)
Επίθετο [
]
orange (en)
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| orange | oranges |
orange (fr) θηλυκό
- πορτοκάλι
- il a mangé une orange - έφαγε ένα πορτοκάλι
Επίθετο [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| orange | orange |
orange (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο
- le feu est passé à l'orange - το φανάρι πέρασε στο πορτοκαλί
- orange foncé, orange clair - σκούρο πορτοκαλί, ανοιχτό πορτοκαλί
Γερμανικά (de) [
]
Επίθετο [
]
orange (de)
Δανικά (da) [
]
Επίθετο [
]
orange (da)