owoc

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɔvɔʦ̑/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

owoc (pl) αρσενικό

  1. (βοτανική), (κοινά) το φρούτο, η οπώρα
  2. (μεταφορικά) το προϊόν, το αποτέλεσμα (των ενεργειών μας)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]