pénultième
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pénultième | pénultièmes |
pénultième (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pénultième | pénultièmes |
pénultième (fr) αρσενικό ή θηλυκό