pêche

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

  1. pêche < pesche < δημώδης λατινική, persica
    pêche < pesche < pêcher

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 1

ενικός πληθυντικός
pêche pêches

pêche  (fr) θηλυκό

  1. το ροδάκινο

[] Εκφράσεις

  • avoir la pêche: έχω όρεξη για κάτι, είμαι γεμάτος ενθουσιασμό, ζωντάνια, ζωή
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: avoir la frite, avoir la patate

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 2

ενικός πληθυντικός
pêche pêches

pêche  (fr) θηλυκό

  1. η αλιεία, το ψάρεμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες