pageant
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- pageant < μεσαιωνική λατινική pagina, ύστερος 14ος αι., "έργο σε ένα κύκλο έργων μυστηρίου" < ίσως λατινική pagina (σελίδα βιβλίου)
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
pageant (en)
- παρέλαση με ιστορικά ή παραδοσιακά κοστούμια
- θεαματική τελετή
- καλλιστεία
Γράφεται επίσης [
]
- pageaunt (παρωχημένο)