palić
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πολωνικά (pl)
[
]
Ρήμα
[
]
palić
(pl)
καίω
palić
drewno / papier - καίω ξύλο / χαρτί
ten samochód
pali
7 litrów benzyny na sto kilometrów - αυτό το αμάξι καίει 7 λίτρα στα εκατό χιλιόμετρα
wódka
paliła
go w gardło - η βότκα του έκαψε το λαιμό
ανάβω
καπνίζω
nie
palę
cygar - δεν καπνίζω πούρα
Συγγενικές λέξεις
[
]
palacz
palaczka
palarnia
palący
paliwo
palny
zapalony
Κατηγορίες
:
Πολωνική γλώσσα
Ρήματα (πολωνικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
English
Euskara
Suomi
Français
Magyar
Ido
日本語
한국어
Malagasy
Polski
Русский
Svenska
Türkçe