palić

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

palić (pl)

  1. καίω
    palić drewno / papier - καίω ξύλο / χαρτί
    ten samochód pali 7 litrów benzyny na sto kilometrów - αυτό το αμάξι καίει 7 λίτρα στα εκατό χιλιόμετρα
    wódka paliła go w gardło - η βότκα του έκαψε το λαιμό
  2. ανάβω
  3. καπνίζω
    nie palę cygar - δεν καπνίζω πούρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]