panik
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Δανικά (da)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
panik
(da)
ο
πανικός
Κατηγορίες
:
Δανική γλώσσα
Ουσιαστικά (δανικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Dansk
English
Français
עברית
Hrvatski
Bahasa Indonesia
Ido
한국어
Kurdî
Lietuvių
Malagasy
Nederlands
Polski
Русский
Svenska
Tagalog
Türkçe
Oʻzbekcha
中文