parole

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

parole  (en)

  • (νομικός όρος) η αποφυλάκιση υπό όρους ενός κρατουμένου πριν την ολοκλήρωση της ποινής του


Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
parole paroles

parole  (fr) θηλυκό

  1. ο λόγος
  2. (γλωσσολογία) η ομιλία, ο λόγος που εκφωνείται σε αντίθεση με τον ενδιάθετο λόγο (langue)
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/parole"