paronyme
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- paronyme < παρώνυμος
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| paronyme | paronymes |
paronyme (fr) αρσενικό
- το παρώνυμο
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| paronyme | paronymes |
paronyme (fr) αρσενικό ή θηλυκό