participe présent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[]

ενικός πληθυντικός
participe présent participes présents

participe présent (fr) αρσενικό

  1. του γερούνδιου
    en passant: περνώντας
  2. ενός εξακολουθητικού ενεστώτα
  3. μιας μεγαλύτερης διάρκειας, στο παρελθόν, από το imparfait
  4. ενός εξακολουθητικού μέλλοντα