partition
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
partition (en)
- το χώρισμα, κάτι που υποδιαιρεί ένα πράγμα σε μέρη ή διαχωρίζει ένα πράγμα από ένα άλλο, ιδίως ένα κατακόρυφο διαχωριστικό που χωρίζει ένα δωμάτιο στα δυο
- υποδιαίρεση, το τμήμα που προκύπτει από τη διαίρεση ενός πράγματος
- ο διαμελισμός μιας χώρας σε περισσότερες ανεξάρτητες χώρες
- the partition of Yugoslavia - ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας
- (πληροφορική) το διαμέρισμα ενός σκληρού δίσκου
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| partition | partitions |
partition (fr) θηλυκό
- (παρωχημένο) η υποδιαίρεση
- (εραλδική) η υποδιαίρεση του οικόσημου με ευθείες γραμμές
- η παρτιτούρα
- (κατ' επέκταση) η μουσική σύνθεση
- ο διαμελισμός (ενός κράτους, μιας επικράτειας), η διαίρεση
- la partition de la Yougoslavie - ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας
- la partition de Chypre - η διαίρεση της Κύπρου
Ετυμολογία [
]
- partition < αγγλική partition
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| partition | partitions |
partition (fr) θηλυκό
- (πληροφορική) το διαμέρισμα ενός σκληρού δίσκου