passe
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ετυμολογία
- passe < σύντμηση του passe-partout
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| passe | passes |
passe (fr) αρσενικό
- το πασπαρτού
[
]
Ετυμολογία
- passe < passer
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| passe | passes |
passe (fr) θηλυκό