pastiche
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- pastiche < γαλλική pastiche (από το 1878) < ιταλική, pasticcio
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
pastiche (en)
- παρωδία
- μουσικό ποτ πουρί
- ετερογενές μείγμα, συνονθύλευμα
- μεταμοντέρνα τεχνική συγγραφής που συνδυάζει πολλές παλαιότερες φόρμες σε μια καινούρια