pastiche
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ετυμολογία
- pastiche < γαλλική pastiche < ιταλική, pasticcio
Προφορά
Ουσιαστικό
pastiche (en)
- παρωδία
- μουσικό ποτ πουρί
- ετερογενές μείγμα, συνονθύλευμα
- μεταμοντέρνα τεχνική συγγραφής που συνδυάζει πολλές παλαιότερες φόρμες σε μια καινούρια