patrie
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| patrie | patries |
patrie (fr) θηλυκό
- η πατρίδα
Συγγενικές λέξεις
Ρουμανικά (ro)
Ουσιαστικό
patrie (ro) θηλυκό
- η πατρίδα