patronyme
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| patronyme | patronymes |
patronyme (fr) αρσενικό
- το πατρώνυμο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| patronyme | patronymes |
patronyme (fr) αρσενικό