performance
Από Βικιλεξικό
performance (en)
- η εκτέλεση μιας ενέργειας, ενός καθήκοντος κλπ
- η θεατρική (ή άλλου είδους) παράσταση
- η απόδοση (τo κατά πόσο αποδίδει κάποιος ή κάτι στην εργασία που πρέπει να κάνει)
- his performance as a salesman was exceptional