pertinent
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Επίθετο
pertinent (en)
Συγγενικές λέξεις
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
Προφορά
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | pertinent | pertinents |
| θηλυκό | pertinente | pertinentes |
pertinent (fr) αρσενικό ή θηλυκό
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Συγγενικές λέξεις
- pertinemment
- pertinence
- pertinent