phase
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
phase (en)
- η φάση (το στάδιο μιας διαδικασίας)
- (αστρονομία) η φάση
- (φυσική) η φάση
- η όψη, η πλευρά
- this problem has many phases
- η κατάσταση όπου δύο μηχανισμοί βρισκονται σε συγχρονισμό μεταξύ τους
[
]
Ρήμα
phase (en)
- σχεδιάζω ή προγραμματίζω κάτι για να είναι διαθέσιμο όταν το χρειαστώ
- συγχρονίζω
[
]
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
phase (fr) θηλυκό