pilaster
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
pilaster (en)
- (αρχιτεκτονική) πεσσός που προεξέχει από τοίχο (κυρίως διακοσμητικός)
pilaster (en)