pissenlit
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- pissenlit < pisser + en + lit, λόγω των διουρητικών ιδιοτήτων του φυτού
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pissenlit | pissenlits |
pissenlit (fr) αρσενικό