pittoresque
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- pittoresque < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pittoresque | pittoresques |
pittoresque (fr) αρσενικό ή θηλυκό