placé
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | placé | placés |
| θηλυκό | placée | placées |
placé (fr)
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| placé | placés |
placé (fr) αρσενικό