plaid
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- plaid < λατινική placitum < παθητική μετοχή του placere (αρέσω, ευχαριστώ)
- plaid < αγγλική, γαελικής προέλευσης, με την έννοια « κουβέρτα »
Ουσιαστικό 1 [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| plaid | plaids |
plaid (fr) αρσενικό
- (ιστορία) φεουδαρχικό δικαστήριο
- (κατ' επέκταση) μια φεουδαρχική δίκη, καθώς και η απόφαση που έβγαινε
- καβγάς, αντιμαχία
- δίκη
[
]
Ουσιαστικό 2 [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| plaid | plaids |
plaid (fr) αρσενικό